δοκιμάζω

δοκιμάζω ['проверять на мнимость'] 1. испытывать кого; 2. находить выдержавшим испытание, одобрять (→ δοκιμασία проверка списков граждан или готовности воинов)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δοκιμάζω" в других словарях:

  • δοκιμάζω — assay pres subj act 1st sg δοκιμάζω assay pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοκιμάζω — δοκιμάζω, δοκίμασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δοκιμάζω — και δικιμάζω (AM δοκιμάζω Μ και δικιμάζω) [δόκιμος] 1. υποβάλλω σε δοκιμή, εξετάζω την ποιότητα ή τη γνησιότητα («δοκιμάζει τα κρασιά», «τοὺς οἴνους δοκιμάζοντες») 2. υποβάλλω σε δοκιμασία για να ελέγξω την ύπαρξη κάποιας ιδιότητας («δοκιμάζει… …   Dictionary of Greek

  • δοκιμάζω — [докимазо] р. пробовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δοκιμάζω — δοκίμασα, δοκιμάστηκα, δοκιμασμένος 1. ελέγχω την ποιότητα: Δοκίμασε το ρούχο πριν το αγοράσεις. 2. προσπαθώ, επιχειρώ: Δοκίμασε να κάνεις δίαιτα. 3. υφίσταμαι, υποφέρω: Δοκιμάστηκε πολύ στη ζωή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεδοκιμασμένα — δοκιμάζω assay perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδοκιμασμένᾱ , δοκιμάζω assay perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδοκιμασμένᾱ , δοκιμάζω assay perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοκιμάζεσθε — δοκιμάζω assay pres imperat mp 2nd pl δοκιμάζω assay pres ind mp 2nd pl δοκιμάζω assay imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοκιμάζετε — δοκιμάζω assay pres imperat act 2nd pl δοκιμάζω assay pres ind act 2nd pl δοκιμάζω assay imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοκιμάζῃ — δοκιμάζω assay pres subj mp 2nd sg δοκιμάζω assay pres ind mp 2nd sg δοκιμάζω assay pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοκιμάσει — δοκιμάζω assay aor subj act 3rd sg (epic) δοκιμάζω assay fut ind mid 2nd sg δοκιμάζω assay fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοκιμάσουσιν — δοκιμάζω assay aor subj act 3rd pl (epic) δοκιμάζω assay fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δοκιμάζω assay fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.